Λευκωσία: «Η καθυστέρηση του ΡΙΚ να ανταποκριθεί έγκαιρα στις υποχρεώσεις του ως εργοδότης και να προβεί σε εύλογες προσαρμογές συνιστά άμεση διάκριση εναντίον του καταγγέλλοντα, λόγω αναπηρίας με βάση τόσο τον περί Ατόμων με Αναπηρίες Νόμο όσο και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες».

Ο καταγγέλλων είναι πρώην υπάλληλος του ΡΙΚ, ο οποίος πριν από τέσσερα χρόνια μετά από δυστύχημα κατέστη ανάπηρος και συγκεκριμένα παραπληγικός και καθηλώθηκε σε τροχοκάθισμα. Είχε ζητήσει μετατροπές στο χώρο εργασίας του ώστε αυτός να καταστεί προσβάσιμος.

Ωστόσο δεν έτυχε έγκαιρης ανταπόκρισης με αποτέλεσμα τον Ιούλιο του 2014 να υποβάλει την παραίτηση του και να προσφύγει στην επίτροπο Διοικήσεως.

Η Ελίζα Σαββίδου προχώρησε σε σχετική έρευνα από την οποία προέκυψε ότι το κτήριο του ΡΙΚ είναι «ανάπηρο» γενικά, δηλαδή δεν είναι καθόλου προσβάσιμο σε άτομα με αναπηρίες.
 Διαπίστωσε επίσης ότι οι εργασίες για μετατροπή του σε προσβάσιμο χώρο άρχισαν μόλις προσφάτως, τη στιγμή που στο κτήριο εισέρχονται καθημερινά εκατοντάδες άτομα, εργαζόμενοι και επισκέπτες.

Σύμφωνα με την επίτροπο, «παρά τα διαδοχικά αιτήματά του προς το ΡΙΚ να προβεί στη λήψη των απαραίτητων μέτρων ώστε ο χώρος εργασίας του να καταστεί προσβάσιμος, το ΡΙΚ μέχρι πρόσφατα παρέλειπε να ανταποκριθεί. Όταν δε προέβη στην κατασκευή ράμπας αυτή δεν πληρούσε τις απαραίτητες προδιαγραφές με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η αυτόνομη χρήση της από ανάπηρους».

Αναφέρεται ότι μετά το δυστύχημα του ο συγκεκριμένος υπάλληλος απλά μετατέθηκε σε άλλο τμήμα του ΡΙΚ, αφού το γραφείο που προηγουμένως είχε δεν είχε καθόλου πρόσβαση. Ο υπάλληλος διαμαρτυρήθηκε υποστηρίζοντας ότι η μετακίνησή του δεν έγινε για κάλυψη πραγματικών αναγκών του ΡΙΚ αλλά εξαιτίας της αδυναμίας του ΡΙΚ να καταστήσει το χώρο εργασίας του προσβάσιμο.

Εξάλλου, όπως υποστήριξαν οι δικηγόροι του, στους νέους χώρους εργασίας του δεν υπήρχε πλήρης πρόσβαση αφού ως συντονιστής ροής προγραμμάτων θα έπρεπε να έχει πρόσβαση σε δύο αίθουσες ροής, ενώ στην ουσία είχε πρόσβαση μόνο σε μία. Τον Ιούλιο του 2014 έστειλε επιστολή παραίτησης.  Απαντώντας στην επιστολή ο αναπληρωτής διευθυντής Προγραμμάτων Τηλεόρασης ενημέρωσε ότι το ΡΙΚ είχε προωθήσει διαδικασίες για να καταστούν προσβάσιμοι οι χώροι εργασίας του.

Η απάντηση αυτή δόθηκε στις 9 Ιουλίου 2014. Στις 22 Ιουλίου ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι η παραίτηση του έγινε αποδεκτή.

Από την επιτόπια έρευνα εξήχθησαν τα ακόλουθα συμπεράσματα:

-          Το κυρίως κτήριο αποτελείται από ισόγειο και όροφο. Στην κύρια είσοδο του κτηρίου έχει κατασκευαστεί ράμπα για πρόσβαση στο ισόγειο.

-          Το 2013 κατασκευάστηκε ανελκυστήρας ο οποίος δίνει πρόσβαση στον πρώτο όροφο του κυρίως κτηρίου. Μέχρι το 2012 στον πρώτο όροφο, όπου βρισκόταν αρχικά το γραφείο του καταγγέλλοντα, μπορούσε να πάει κάποιος μόνο μέσω εσωτερικού κλιμακοστασίου.

-          Στο ισόγειο υπάρχουν γραφεία και θάλαμοι ροής τηλεόρασης και ραδιοφώνου. Στον πρώτο όροφο υπάρχουν γραφεία. Σε σημείο του ισογείου κατασκευάστηκε η ράμπα στην οποία κάνει αναφορά ο καταγγέλλων, η οποία όπως δεν πληρούσε τις απαραίτητες προδιαγραφές.

-          Στο ισόγειο υπάρχουν κάποιοι θάλαμοι ροής που είναι προσβάσιμοι μόνο μέσω σκαλοπατιών,

-          Ο πρώτος όροφος είναι προσβάσιμος μόνο κατά το ήμισυ, αφού σε σημείο υφίσταται κλιμακοστάσιο χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε ράμπα.

-          Αποχωρητήρια αναπήρων υπάρχουν στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο, ωστόσο κάποια από αυτά φαίνεται να μην πληρούν τις απαραίτητες προδιαγραφές.

-          Το ΡΙΚ διαθέτει τρεις τηλεθαλάμους εντός των οποίων διεξάγονται διάφορα τηλεοπτικά προγράμματα. Στον τηλεθάλαμο 3 έχει κατασκευαστεί ράμπα, ενώ κατά το χρόνο της επιτόπιας επίσκεψης των λειτουργών του γραφείου της επιτρόπου Διοικήσεως στο ΡΙΚ ήταν σε εξέλιξη η εγκατάσταση πλατφόρμας για τροχοκαθίσματα η οποία θα έδινε πρόσβαση στους τηλεθαλάμους 2 και 3.

«Υποχρέωση του ΡΙΚ να έχει προσβάσιμο κτήριο»

Το ΡΙΚ, επισημαίνει η επίτροπος, «είναι ένας οργανισμός που εργοδοτεί μεγάλο αριθμό προσωπικού ενώ λόγω της φύσης των εργασιών του τις εγκαταστάσεις επισκέπτεται καθημερινά ένας επίσης μεγάλος αριθμός προσώπων. Επομένως το ζήτημα της πρόσβασης στις εγκαταστάσεις του είναι μείζονος σημασίας».

Στην περίπτωση του καταγγέλλοντα, ως εργοδότης το ΡΙΚ  «είχε την υποχρέωση βάσει της νομοθεσίας να παρέχει μεταξύ άλλων εύλογη προσβασιμότητα και διευκολύνσεις στο χώρο εργασίας του».  Συγκεκριμένα, «η νομοθεσία ορίζει ότι ο εργοδότης οφείλει να λαμβάνει τα ενδεδειγμένα μέτρα ανάλογα με τις ανάγκες που παρουσιάζονται σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, ώστε το πρόσωπο με αναπηρία να μπορεί να ασκεί το επάγγελμά του αρκεί τα μέτρα αυτά να μη συνεπάγονται δυσανάλογη επιβάρυνση για τον εργοδότη.

Η καθυστέρηση του ΡΙΚ να ανταποκριθεί έγκαιρα στις υποχρεώσεις του ως εργοδότης και να προβεί σε εύλογες προσαρμογές συνιστά  άμεση διάκριση εναντίον του καταγγέλλοντα, λόγω αναπηρίας με βάση το νόμο αλλά και τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα των ΑμεΑ», καταλήγει η επίτροπος.

Γράφει: Μαριλένα Παναγή